Ο θάνατος αποτελεί τη μοναδική βεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, και ταυτόχρονα μία από τις πιο δύσκολες έννοιες να προσεγγίσουμε. Σπάνια μιλάμε γι’ αυτόν. Αποφεύγουμε τις κηδείες, στρέφουμε αλλού το βλέμμα όταν περνάμε από κοιμητήρια. Κι όμως, αθόρυβα, διαπερνά τη σκέψη μας και ελλοχεύει πίσω από τους φόβους μας.
Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να μιλήσουν μπροστά σε άλλους. Άνθρωποι που, μόνο και μόνο στην ιδέα ότι θα πάρουν τον λόγο σε μια παρέα, σε μια επαγγελματική συνάντηση ή σε μια κοινωνική εκδήλωση, νιώθουν να χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους. Αν βρεθούν σε έναν χώρο γεμάτο κόσμο, κατακλύζονται από αμηχανία.
Τα τελευταία χρόνια πολλοί άνθρωποι παρατηρούν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι γύρω τους θυμώνουν ευκολότερα. Στους δρόμους, στα καταστήματα, στην εργασία, ακόμη και στις πιο καθημερινές συναναστροφές, η υπομονή μοιάζει να έχει μειωθεί, ενώ η ένταση κάνει όλο και πιο συχνά την εμφάνισή της.
Συχνά ακούμε φράσεις όπως «η αγάπη όλα τα μπορεί», «όταν υπάρχει αγάπη όλα γίνονται» ή «αν δύο άνθρωποι αγαπιούνται πραγματικά, ξεπερνούν τα πάντα». Ρομαντικές, καθησυχαστικές διατυπώσεις που επαναλαμβάνονται σχεδόν μηχανικά, σαν να μπορούν από μόνες τους να δώσουν λύση στα προβλήματα μιας σχέσης. Ίσως γιατί όλοι θέλουμε να πιστεύουμε πως ένα τόσο δυνατό συναίσθημα αρκεί για να διορθώσει ό,τι έχει πληγωθεί.
Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί δύο άνθρωποι που βιώνουν την ίδια δυσκολία αντιδρούν τόσο διαφορετικά; Γιατί κάποιος, ύστερα από μια μεγάλη απώλεια, μια σοβαρή ασθένεια ή μια προσωπική αποτυχία, καταφέρνει να ξαναβρεί σταδιακά τον εαυτό του, ενώ κάποιος άλλος αισθάνεται πως δεν θα μπορέσει ποτέ να σηκωθεί ξανά;
Σε έναν πολυσύχναστο χώρο, σε ένα μπαρ, σε μια κοινωνική εκδήλωση ή ακόμη και μέσα σε μια παρέα, υπάρχει συνήθως ένας άνθρωπος που θα τραβήξει την προσοχή μας περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους. Ίσως είναι το βλέμμα του, το χαμόγελό του, η ηρεμία που αποπνέει ή η ένταση που εκπέμπει. Άλλες φορές δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τι ακριβώς μας ελκύει και το αποδίδουμε απλώς στην «αύρα» του.
Το άγχος δεν είναι μόνο σκέψη
Το άγχος δεν εμφανίζεται μόνο στη σκέψη. Πολλές φορές βρίσκει τρόπο να εκφραστεί μέσα από το ίδιο μας το σώμα. Όταν η ψυχή σιωπά για καιρό, το σώμα συχνά αρχίζει να “μιλά”.
Ένας ξαφνικός πονοκέφαλος, ένα σφίξιμο στο στήθος, βαριά αναπνοή, πόνος στο στομάχι, ταχυκαρδία, μυϊκή ένταση ή κόπωση χωρίς εμφανή αιτία· όλα αυτά μπορεί να αποτελούν εκφράσεις εσωτερικής δυσφορίας.
Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή μας που εξωτερικά φαίνονται “κανονικές”, όμως βαθιά μέσα μας νιώθουμε κάτι να έχει αλλάξει. Οι μέρες κυλούν, οι υποχρεώσεις ολοκληρώνονται και οι άνθρωποι γύρω μας δεν παρατηρούν κάποια εμφανή μεταβολή. Κι όμως, στο εσωτερικό μας κόσμο, η ζωντάνια μοιάζει να έχει ‘’ξεθωριάσει’’.
Όνειρα και στόχοι που κάποτε μας κινητοποιούσαν, μετατρέπονται σταδιακά σε συνήθεια. Πρόσωπα που είχαν σημαντική θέση στη ζωή μας, γίνονται απλές παρουσίες. Και το μέλλον αρχίζει να μοιάζει με μια επανάληψη του ίδιου μοτίβου.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Νάρκισσος ήταν ένας νέος απαράμιλλης ομορφιάς, ο οποίος γοητεύτηκε τόσο πολύ από την ίδια του την αντανάκλαση στα νερά μιας λίμνης, ώστε αδυνατούσε να απομακρυνθεί από αυτή. Καθηλωμένος μπροστά στην εικόνα του, μαράζωσε μέχρι τον θάνατό του. Έτσι, ο μύθος του Νάρκισσου έγινε διαχρονικά σύμβολο όχι μόνο της αυτολατρείας, αλλά κυρίως του εγωκεντρισμού με συνέπεια την αδυναμία ουσιαστικής σύνδεσης με τους άλλους.
Συχνά ακούμε ιστορίες αγάπης που χάθηκαν κάπου στη διαδρομή της ζωής. Σχέσεις που έληξαν άδοξα, με τη φράση ότι “δεν ήταν γραφτό”. Όνειρα που γκρεμίστηκαν για μια κακιά στιγμή και μια σειρά από εξηγήσεις που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την αποξένωση ανθρώπων που κάποτε αγαπήθηκαν βαθιά.
